σύνορα μέσα μας

personal_boundariesΗ άνεσή μου στο αμάξι, στη ζέστη μου ενώ άνθρωποι περπατάνε μέσα στη βροχή. Μερικές φορές η στιγμή που διασταυρώνονται τα βλέμματά μας είναι σαν να κοιτιόμαστε από απέναντι κόσμους, σαν να μην είμαστε δίπλα-δίπλα, σαν να μην είμαστε το ίδιο, αλλά η κατάστασή μας χαράζει σύνορα μεταξύ μας, λογιών-λογιών. Και αυτό είναι που πονάει, το να με παίρνουν από δίπλα τους και να με βάζουν απέναντι και μαζί τις ενοχές μου. Ο συνάνθρωπος είναι σάρκα μου και αυτή σκίζεται. Δεν θέλω να τους γνωρίσω, δεν θέλω να με ξέρουν, δεν θέλω να πάρω κάτι από αυτούς, όπως την αναγνώριση ή την ευγνωμοσύνη τους, αλλά θέλω να είναι σαν εμένα, να είναι τουλάχιστον ίσοι με μένα, και τα παιδιά να ψηλώσουν σαν δέντρα και να θεριώσουν με την κραυγή και το γέλιο τους όλο τον ουρανό, να μπορούν να πουν -αυτός είναι ο κόσμος μου και μού ανήκει, είμαι λεύτερος, θα είμαι ό,τι θέλω να είμαι.

Απ’ το Ημερολόγιο ενός περαστικού, γι’ αυτές τις στιγμιαίες, αλλά δυστυχώς επαναλαμβανόμενες συναντήσεις με τους πρόσφυγες στο δρόμο. Ο ένας στην άνεση κι ο άλλος στον διαρκή αγώνα. Ελπίζω πολύ σύντομα να βρεθεί λίγη συμπόνοια και να αφήσουμε την αξιοπρέπεια των ανθρώπων να ανθίσει ξανά… για να μην πεθάνουμε όλοι μας μέσα στο σκοτάδι και πάλι…

Advertisements

Μια άλλη άποψη για τις εξαρτήσεις και τι μπορούμε να κάνουμε για τους κοντινούς μας ανθρώπους

Στο παρακάτω βίντεο, με τίτλο «Everything you think you know about addiction is wrong», ο Johann Hari ισχυρίζεται ότι αντιμετωπίζουμε εξαιρετικά λάθος τις εξαρτήσεις αλλά κυρίως τους κοντινούς μας ανθρώπους που καταφεύγουν σε κάποια εξάρτηση.

Και υποστηρίζει το απίστευτα απλό μα τόσο δυνατό σκεπτικό, ότι καταλήγουμε να εξαρτόμαστε από κάτι, ο,τιδήποτε, απλά επειδή το πλαίσιο στο οποίο ζούμε δεν μας προσφέρει δεσμούς και συναισθηματικό δέσιμο με τους ανθρώπους γύρω μας, όπως την οικογένεια, τους φίλους κ.ο.κ.

Η εξάρτηση μπορεί να συμβαίνει όχι μόνο από τα ναρκωτικά αλλά από ο,τιδήποτε. Και είναι ψυχολογική, όχι σωματική… Ειδικά σήμερα πολλοί άνθρωποι βιώνουμε εξάρτηση από τα social media και τα smartphone μας, είτε το καταλαβαίνουμε είτε όχι, είτε το αποδεχόμαστε είτε όχι.

Θυμάμαι πολύ εύκολα την εξής περίοδο από τη ζωή μου:

σπούδαζα για το πτυχίο μου τότε, είχα το δωμάτιό μου στην φοιτητική εστία καθώς και διάφορα ενδιαφέροντα. Ένα από αυτά ήταν τα βιντεοπαιχνίδια. Τότε δεν το είχα παρατηρήσει αρκετά καλά κι ακόμα περισσότερο δε το είχα συνειδητοποιήσει, ότι τα βιντεοπαιχνίδια ήταν μια εξάρτηση για μένα. Τις νύχτες που δεν υπήρχε κανένας γύρω μου δε μπορούσα να σταματήσω να παίζω. Σε κάθε περίσταση όπου δεν υπήρχαν άνθρωποι γύρω μου και υπήρχε κάποιο βιντεοπαιχνίδι εγκατεστημένο στον υπολογιστή μου, η ατελείωτες ώρες εξάρτησης ήταν σχεδόν δεδομένες.

Τη στιγμή όμως που εμφανιζόταν στο δωμάτιό μου οι φίλοι και οι φίλες μου μπορούσα πολύ εύκολα να αφήσω τον υπολογιστή και να πάω να κάνω κάτι μαζί τους, να πάμε μια βόλτα, να μιλήσουμε, να δούμε κάποια ταινία, να διαβάσουμε, ο,τιδήποτε. Με μια πρώτη ματιά αυτό φαίνεται ουσιαστικά σαν έλλειψη εξάρτησης, αλλά πλέον θεωρώ ότι η εξάρτηση ήταν εκεί και συνυπήρχε με την υπόλοιπη ζωή. Σταματούσε αυτόματα όταν το πλαίσιο της ζωής μου γέμιζε ανθρώπους ξανά.

Κι αναρωτιέμαι (εντελώς ρητορικά), τι θα γινόταν αν οι φίλοι και οι φίλες μου μού έλεγαν ότι βαρέθηκαν να με βλέπουν να παίζω βιντεοπαιχνίδια κι ότι πρέπει να το κοιτάξω το ζήτημα και να το αντιμετωπίσω; Θυμίζει κάτι αυτή η αντιμετώπιση; Μήπως όλη την αντιμετώπιση που έχουμε απέναντι στους ανθρώπους μας που δείχνουν μια προφανή εξάρτηση από κάτι;

Αν’ αυτού, κανείς δεν είπε τίποτα, κανείς δεν έκανε διάκριση απέναντί μου και κανείς δε με κατέκρινε γι’ αυτό που έκανα, αλλά όλοι και όλες συνέχισαν απλά να είναι στη ζωή μου κι εγώ στη δική τους.

Το υποσυνείδητο και η διατριβή μου…

Το βράδυ που πέρασε δεν είδα εφιάλτη αλλά ήταν ιδιαιτέρως ανήσυχο. Πολύ δράμα και κλάμα! 

Είδα, λοιπόν, το εξής: ανέβαινα σ’ ένα απότομο βουνό, γυμνό τοπίο με μεγάλες σπασμένες πέτρες παντού, παρέα με τα δύο μέλη της επιτροπής για διατριβής μου κι έναν ακόμα. Σε κάποιο σημείο τα δύο μέλη της επιτροπής συνεχίσουν ν’ ανηφορίζουν και το άλλο άτομο ξαφνικά γίνεται ένα τεράστιο κομμάτι από πέτρα, σαν γρανίτης! Μετά από λίγη ώρα διαπίστωσα ότι πέθανε κι άρχισα να κλαίω και να θυμάμαι πόσο καλό άτομο ήταν. Έβαλα όλη μου τη δύναμη, σήκωσα το τεράστιο μπλοκ πέτρας και το εναπόθεσα στην άκρη ενός γκρεμού κοιτώντας προς την ανατολή. Τ’ αποχαιρέτισα λέγοντάς του ότι το μόνο που έχω να του προσφέρω αυτή τη στιγμή είναι η ανατολή, κι έφυγα. 

Λίγο πιο πέρα, καθώς ετοιμαζόμουν να συνεχίσω την ανάβαση, έρχεται και ο επιβλέπων της διατριβής μου και με ρωτάει που είναι το άλλο άτομο. Του απαντάω ότι έγινε πέτρα βαριά και πέθανε. Αλλά είχα και κάποιες αμφιβολίες. Τότε πάμε μαζί εκεί που είχα αφήσει την πέτρα κι ο καθηγητής μου, μετά από μερικά σκουντήγματα, καταφέρνει και ξυπνά αυτό το άτομο, το οποίο απέκτησε ξανά την ανθρώπινη μορφή του! 

Μετά χτύπησε το ξυπνητήρι. Ίσα που ξημέρωσε. Ώρα για εργασία! 

Να ξέρεις ή να μη ξέρεις…

Απόψε το θέμα θα είναι για την επικοινωνία των ανθρώπων, ενώ πολύ συχνά παρατηρείται ανάμεσα στα δύο φύλα.Η συζήτηση είχε ξεκινήσει από το Facebook όπου έλεγα ότι ορισμένες φορές υπάρχει η τάση να θέλουμε να ξέρουμε κάποια πράγματα. Το να επιτύχουμε την επίγνωση όλων ή μερικών είναι κυρίως αδύνατον αλλά συνήθως, προσωπικά, προσπαθώ να το κάνω. Θεωρώ ότι το να θες να ξέρεις δεν είναι είτε καλό είτε κακό. Αυτό εξαρτάται από την πρόθεση. Από τη στιγμή που το κάνω με καλή πρόθεση μού δίνει περισσότερα εργαλεία για να λύσω ένα πρόβλημα. Αλλά γι’ αυτό περισσότερα παρακάτω όπου εκτίθεται το «γιατί». Από την άλλη πλευρά, όταν η πρόθεση είναι κακή, τότε η επίγνωση κάποιων πληροφοριών ή ακόμα και η τάση να μάθουμε γίνεται επικίνδυνη, διότι η εκμετάλλευση γίνεται μια πολύ πιο εύκολη υπόθεση, δυστυχώς. Ένα παράδειγμα θα μπορούσε να είναι η επίγνωση των αναγκών ενός ατόμου Α από ένα άτομο Β με την κακή πρόθεση να εκμεταλλευτεί τις πληροφορίες αυτές προς όφελός του. Αθέμιτο…

Περνώντας τώρα στο «γιατί» είναι χρήσιμη αυτή η τάση.

Θεωρώ ότι οι επικοινωνία των ανθρώπων είναι πολλές φορές, αν όχι τις περισσότερες, λίγο ή πολύ, προβληματική. Αυτό σημαίνει ότι στην επικοινωνία μας μπαίνουν πολλά εμπόδια ανάμεσα όπως η διάθεση, προβληματισμοί, ανασφάλειες, φόβοι, εμπιστοσύνη, καταστάσεις της ζωής, υγεία, έλλειψη μεθοδικότητας, χρόνος και ίσως ακόμα περισσότερα. Μπορεί δυο άνθρωποι να σκέφτονται το ίδιο ακριβώς πράγμα αλλά για διάφορους λόγους να μην εκφράζεται ή χειρότερα ακόμα όταν εκφράζεται να γίνεται αντιληπτό με διαφορετικό τρόπο, όχι γιατί υπάρχει μια ασυμβατότητα, αλλά λόγω αυτών των βαρών που κουβαλάει παροδικά ή μόνιμα κάθε άνθρωπος. Φυσικά και υπάρχουν πάρα πολύ ασύμβατοι χαρακτήρες!

Γνωρίζοντας, παραδείγματος χάριν, τον φόβο ή την ανασφάλεια του άλλου ατόμου μπορώ να το καταλάβω και να το κατανοήσω βαθύτερα ώστε να μπορέσω να γεφυρώσω το χάσμα που δημιουργείται από όλα αυτά τα αντι-παραγωγικά βάρη του ανθρώπου, ειδικά του σύγχρονου. Βέβαια όλο αυτό παράλληλα παραβιάζει την ελευθερία και τον προσωπικό χώρο του άλλου ατόμου και γι’ αυτό θα πρέπει αυτές οι πληροφορίες να δίνονται οικειοθελώς, καλοπροαίρετα, ξεκάθαρα και με επίγνωση της δύναμης που παραχωρείται στον αποδέκτη τους.

Πόσες φορές παρεξηγηθήκαμε με κάποια άτομα και μετά από λίγο διαπιστώσαμε ότι όλα ήταν απλά μια παρεξήγηση ή κάποια ατυχής πράξη ή κουβέντα που έγινε ή ειπώθηκε, μη γνωρίζοντας κάποιες παραμέτρους. Όπως λέει και η γνωστή ρήση: «Στο σπίτι του κρεμασμένου δε μιλάνε για σκοινί…» που γεννά το απλούστατο ερώτημα, κι αν δεν ξέρω για τον κρεμασμένο; (Τι παράδειγμα βρήκα κι εγώ!) Κι αν αρχίσω να μιλάω για σκοινί;

Οπότε νομίζω ότι όλα καταλήγουν στην εμπιστοσύνη που νιώθεις για τον αποδέκτη των προσωπικών πληροφοριών της ζωής σου και στο ότι θα τις χρησιμοποιήσει για να σε καταλάβει, να σε κατανοήσει, να σε νιώσει, να σ’ αγαπήσει.

Το Πείραμα Συμμόρφωσης / The Asch Conformity Experiment (Greek Subs)

One of the pairs of cards used in the experime...
Image via Wikipedia

Από το 1950 και έπειτα ο κοινωνικός ψυχολόγος Solomon Asch ξεκίνησε μια σειρά από πειράματα πάνω στην συμπεριφορά των ανθρώπων υπό την κοινωνική πίεση, γνωστά και Asch Conformity Experiments.

Αυτό το πείραμα πραγματοποιήθηκε χρησιμοποιώντας 123 άνδρες. Κάθε συμμετέχοντας τοποθετήθηκε σε μια ομάδα με 5 έως 7  «συνεργάτες» (ανθρώπους που γνώριζαν τον πραγματικό σκοπό του πειράματος, αλλά παρουσιάστηκαν ως απλοί συμμετέχοντες στον εν αγνοία «πραγματικό» συμμετέχοντα).  Στους συμμετέχοντες παρουσιάστηκε μια κάρτα με μια γραμμή, ακολουθούμενη από  μια άλλη κάρτα με 3 γραμμές, a, b και c. Ζητήθηκε τότε από τους συμμετέχοντες να πουν ποια γραμμή ταίριαζε σε μήκος με την γραμμή στην πρώτη κάρτα. Κάθε ερώτηση με γραμμή αποκαλέστηκε «δοκιμή». Ο «πραγματικός» συμμετέχοντας απαντούσε κατά σειρά τελευταίος ή μια θέση πριν. Για τις πρώτες δύο δοκιμές, το «υποκείμενο» θα ένιωθε άνετα στο πείραμα, διότι αυτός μαζί με τους υπόλοιπους «συμμετέχοντες» έδιναν την προφανή, σωστή απάντηση. Στην τρίτη δοκιμή, οι συνεργάτες άρχιζαν να δίνουν όλοι την ίδια λανθασμένη απάντηση. Υπήρξαν 18 δοκιμές στο σύνολο και οι συνεργάτες απάντησαν λανθασμένα στις 12 από αυτές. Αυτές ήταν γνωστές ως «κριτικές δοκιμές». Ο σκοπός ήταν να ερευνηθεί εάν ο πραγματικός συμμετέχοντας θα άλλαζε την απάντηση του και θα αποκρινόταν με τον ίδιο τρόπο όπως οι συνεργάτες, παρόλο που ήταν η λάθος απάντηση.

Ο Solomon Asch θεώρησε αρχικλα ότι η πλειοψηφία των ανθρώπων δεν θα συμφωνούσαν με κάτι φανερά λάθος, αλλά τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι συμμετέχοντες συμμορφώθηκαν με την πλειοψηφία στο 37% των κριτικών δοκιμών. Ωστόσο, 25% των συμμετεχόντων δεν συμμορφώθηκαν σε καμία δοκιμή. 75% συμμορφώθηκαν τουλάχιστον μία φορά, και 5% κάθε φορά.

Enhanced by Zemanta