…στην άκρη του βράχου…

Όταν έφτασαν στην άκρη του βράχου, γύρισε προς το μέρος της, με το μισό του πρόσωπο να φωτίζεται από το φεγγάρι, και τη ρώτησε:

Θες να είσαι μια απλή θνητή ή να γίνεις η θνητή βασίλισσά μου;

η ατίθαση μύγα (εναλλακτικά, η επιθυμία της μύγας αντιστέκεται στην εμμονή του ανθρώπου για τον έλεγχο του ρου της ζωής)

Παρακολουθώ πολύ ώρα τη μύγα στον άσπρο τοίχο του ταβανιού. Άμα στέκεται σταματάει ο χρόνος, άμα προχωράει βιαστικά σέρνει και τον χρόνο από πίσω της. Δε ξέρω πού θα πάει. Μαντεύω ακόμα μια φορά κι ακόμα μια φορά πέφτω έξω. Πού και πού το βρίσκω. Σπάνια.

Πινελιές και βλέμματα…

Με κάθε πινελιά σου μεγαλώνει η εμπειρία της ζωής μου, κάθε σκιά κι απόχρωση που απλώνεις βαθαίνει το βλέμμα μου κι ο χώρος ζωντανεύει με συναισθήματα να με περικλείουν και να με διαπερνούν… Πώς μπορείς να με κοιτάς έτσι και να σταματάς το χρόνο σαν να σού ανήκει, σαν πάντα να σού ανήκε και για πάντα θα είναι δικός σου; Πώς τα μάτια σου ποτίζουν ζεστό πολύχρωμο σκοτάδι μέσα μου κι ανθίζουν μονομιάς όλες τις αισθήσεις μου;

Οι πινελιές και τα μάτια σου είναι το ίδιο, αγαπημένη μου. Όψεις μιας ζωής βαθιάς, πλούσιας, εξιλεωτικής…

ένα τραπέζι για πάντα

Ένας μικρός χαμός στο σαλόνι! Παντού παιχνίδια γύρω γύρω, βιβλία ξεχύνονται από το τραπεζάκι κι η Ελένη πίνει τον καφέ της και ξεφυλλίζει ένα από αυτά καθισμένη στο παχύ χαλί στο πάτωμα. Οι μικροί της «Ινδιάνοι» την έχουν περικυκλώσει και δε θα τους ξεφύγει από πουθενά. Τρέχουν γύρω της πάνω στα φανταστικά καφέ-άσπρα άλογά τους καθώς αλαλάζουν ινδιάνικες ιαχές της μάχης!

Ξαφνικά σκοτεινιάζει ο ουρανός και ξεσπάει στιγμιαία μια καταιγίδα! Οι μικροί Ινδιάνοι δεν πτοούνται και συνεχίζουν ακόμα πιο ζωηρά την πολιορκία τους, εξιταρισμένοι από το σκοτεινό τοπίο!

Για την Ελένη όμως δεν μένει καιρός για χάσιμο, αφού έχει σπάσει η βρύση της κουζίνας κι εκτοξεύει ανεξέλεγκτα νερό προς το σαλόνι. Τα φώτα έχουν βραχυκυκλώσει και έπεσε ο γενικός διακόπτης. Τι να πρωτοσώσει η Ελένη πια μέσα σ’ αυτό το χάος! Τα παιδιά μη βλέποντας πέφτουν δεξιά κι αριστερά καθώς τα καλεί να σταματήσουν. Αρπάζει γρήγορα το κινητό της, κανά δυο βιβλία που μπόρεσε να πιάσει, την κίτρινη κούπα και τα μπισκότα που βουτούσε στον καφέ της. Γρήγορα τα μεταφέρει στο μεγάλο τραπέζι αφήνοντας μπροστά της το κινητό και τα βιβλία, τα μπισκότα πιο πέρα και την κούπα στο τέλος.

Τρέχει γρήγορα έξω και σφίγγει βιαστικά την παροχέτευση του νερού ώσπου σταματάει ο πίδακας στη κουζίνα. Ένας σωστός χαμός στο σπίτι! Γεμίζει κι αδειάζει τον κουβά της σφουγγαρίστρας απανωτά. Ξεχωρίζει τα στεγνά από τα βρεγμένα αντικείμενα και συντονίζει τους μικρούς Ινδιάνους που τώρα έγιναν μικροί καθαριστές.

Σε μια στιγμή συνειδητοποιεί ότι η κίτρινη κούπα βρίσκεται παντού στο πάτωμα. Την είχε αφήσει στο κενό αφού πρώτα ακούμπησε όλα τα υπόλοιπα αντικείμενα στο τραπέζι. Η καρδιά της σφίχτηκε.. Σταμάτησε να σκέφτετε όλα τα πράγματα που βράχηκαν και τον κόπο της. Τα κομμάτια της κούπας την έκοβαν κάπου μέσα στο στήθος της. Ήταν ό,τι της είχε μείνει από τον Νίκο. Μια καθημερινή κίτρινη κούπα που είχε κλέψει για κείνη στο τελευταίο τους ταξίδι στο Περού. Της την είχε δώσει τότε μισογεμάτη με ζεστό καφέ και κουνώντας αργά ένα στυλό μπροστά στα μάτια της, προσποιούμενος ότι την υπνωτίζει, της λέει με αργή και βαθιά φωνή «τα μάτια σου βαραίνουν και το μόνο που νιώθεις είναι η φωνή μου και η ζεστασιά στα χέρια σου… Κάθε φορά που θα αισθάνεσαι αυτή τη ζεστασιά θα θυμάσαι τη ζεστή αγκαλιά μου… και μερικές φορές θα νιώθεις την ακαταμάχητη επιθυμία να μού φέρεις cookies… πολλά cookies! Και θα το κάνεις γιατί τώρα πια σε έχω υπνωτίσει και για πάντα θα υπηρετείς αυτόν τον σκοπό στη ζωή σου!». Και σε αυτό το σημείο ξέσπασαν κι οι δυο στα γέλια!

Προσπάθησε να σώσει τελευταίο το μόνο πράγμα που ήταν πιο σημαντικό για εκείνη, σαν το τραπέζι που πήγε να τα ακουμπήσει να ήταν άπειρο, να μην είχε τέλος…

Ένιωσε φευγαλέα ότι το τραπέζι ήταν η ζωή της κι ότι η σειρά που έβαλε τα πράγματα πάνω του καθρέφτισε τις προτεραιότητές της εκείνη τη μέρα. Κοντά της έβαλε το ακριβό κινητό και τα βιβλία που ξεφύλλιζε, τα μπισκότα και τέλος την κίτρινη κούπα εκεί που στο σκοτάδι ένιωθε ότι το τραπέζι συνεχίζεται…

θαλάσσια αγκαλιά

Είσαι στην άκρη άκρη του βράχου, ακροβατείς πάνω από την βαθιά γαλάζια θάλασσα για μια βουτιά στο άγνωστο. Όταν η ανάσα γεμίσει τα πνευμόνια σου και κάνεις τη βουτιά, εγώ θα σε πιάσω σαν την θάλασσα.

πυκνό, μαύρο μελάνι

Νεφελλώδεις σκέψεις πυκνώνουν όλο και πιο πολύ στο μυαλό της, σκοτεινές, οικείες, φορτισμένες. Μαύρο μελάνι γίνονται και στάζουν πάνω στο κιτρινιασμένο χαρτί μπροστά της. Για κάθε σταγόνα που βλέπει να απομακρύνεται αναρωτιέται αν θα καταφέρει ν’ αγγίξει το χαρτί και να γίνει λέξη ή μια αόρατη κλωστή θα την τραβήξει πίσω στο μελανοδοχείο του μυαλού της. Ποτέ δεν της ήταν εύκολο ν’ αλαφρώσει το βάρος μέσα της και οι κλωστές μπερδεύονται μεταξύ τους.

Μ’ αυτή τη φορά σταμάτησε να φοβάται. Πήρε μια αργή ανάσα βαθιά μέσα στα πνευμόνια της, κι όταν πια την άφησε, θάρρεψε ανέλπιδα κι οι κλωστές κόπηκαν. Η σελίδα γέμισε με λέξεις και σημάδια, αλλά από το βάρος τους οι άκρες άρχισαν να συγκλίνουν μέχρι που η πρώτη γραμμή ενώθηκε με την τελευταία κι οι ενδιάμεσες βυθίστηκαν και χάθηκαν.

«Η κατάσταση με πνίγει, χάνω την ελπίδα μου και…
…δεν φοβάμαι πια, δέχομαι τη ζωή όπως είναι, γυμνή…»

     

αμέριμνοι και ξέγνοιαστοι

Ωωωπ! Και το κύμα πετάει ψηλά το καρυδότσουφλο! Προσθαλασσώνεται ξανά απότομα στο δίπλα κύμα. Και ξανά απ’ την αρχή! Απ’ τις αγαπημένες του στιγμές αυτές, όταν έχει λίγο κύμα και άφθονο ήλιο! Είναι ένα ξένοιαστο και συναρπαστικό παιχνίδι για το καρυδότσουφλο.

Ίσα που είχαν περάσει δυο μέρες από τότε που κατέληξε στη θάλασσα, όταν κάποιος έσπασε το καρύδι στα δύο και πέταξε τα τσόφλια στο νερό. Μήτε τον ξαναείδε από τότε. Έφυγε γρήγορα μέσα σε μια βουή από κόσμο και τις μηχανές του σκάφους. Αλλά είδε άλλους ανθρώπους να περνάνε δίπλα του – πιο ήσυχα αυτοί -σχεδόν σαν να μην ήθελαν ν’ ακουστούν. Τι περίεργοι που είναι οι άνθρωποι, σκέφτηκε.

Την επόμενη μέρα κρύφτηκε ο Ήλιος και η βροχή με τον άνεμο τα έβαλαν με τη θάλασσα. Τρεις πελώριες δυνάμεις μάλωναν κι αυτό στη μέση, μιά να παραδίνετε στη βροχή, δυό στον άνεμο, τρεις να το καταπίνει η θάλασσα και να το φτύνει πάλι έξω. Ζαλίστηκε μ’ αυτή τη κατάσταση! Απελπισία τό ‘πιασε να τελειώσει αυτή η ιστορία! Και σα να μην έφταναν αυτά, να σου πάλι άνθρωποι μεσ’ την αναμπουμπούλα, αλλά αυτή τη φορά να ουρλιάζουν και να κλαίνε. Τι στο καλό θέλουν εδώ μέσα στο χαμό, αναρωτήθηκε.

Πάλι καλά που ο Ήλιος τ’ αγάπησε τόσο πολύ – έτσι τού καρφώθηκε στο μυαλό – που ξαναβγήκε στον ουρανό και το σκέπασε με τη ζέστη του. Και το ‘χε παρατηρήσει μόνο του ότι στον Ήλιο υπακούνε όλοι! Σαν εμφανίζεται εκεί ψηλά, καταμεσής, όλοι ηρεμούν και φιλιώνουν μετά τον προηγούμενο αλληλοσπαραγμό τους. Στο σχεδόν ακούνητο νερό το καρυδότσουφλο με τη σειρά του αφέθηκε.

Η μεσημεριανή θαλπωρή στα ήρεμα νερά το έριξε σε βαθύ ύπνο. Ώρες κοιμόταν σχεδόν ασάλευτο στο νερό, ώσπου ένα απότομο κύμα τού δίνει μια σπρωξιά καλή προς το ξύπνημα. Ένα γκριζωπό μεταλλικό σκάφος πέρασε γρήγορα από δίπλα του, καλύπτοντας την ηρεμία που επικρατούσε με τους βαρείς θορύβους των μηχανών του. Ο πυκνόμαυρος αέρας ενώθηκε με το νερό. Μακάρι αυτοί οι άνθρωποι να ήταν πιο καθαροί, ευχήθηκε.

Ευτυχώς επέστρεψε η αναταραχή της προηγούμενης μέρας κι η βροχή ξέπλυνε το μαύρο αέρα των ανθρώπων. Αυτή τη φορά δεν το ένοιαξε η ζαλάδα που νιώθει από τα κύματα που αλυσομανούν, αρκεί να το καθάριζε η βροχή. Αντιθέτως, οι επόμενοι άνθρωποι που συνάντησε μεσ’ τη καταιγίδα δεν είχαν την ίδια άποψη. Όπως και τις άλλες φορές, ούρλιαζαν κι έκλαιγαν. Γιατί επέμεναν τόσο αυτοί οι άνθρωποι να παλεύουν με τα κύματα κάθε φορά, αφού δεν τους άρεσε καθόλου, όπως φαίνεται. Δεν το καταλάβαινε.

Όταν πια ξαναβγήκε ο Ήλιος ηρέμησαν και οι άνθρωποι. Επιτέλους σώπασαν και ξάπλωσαν πάνω στο νερό να απολαύσουν το φως και τη ζέστη. Άλλοι κοιτούσαν τον Ήλιο κι άλλοι γύρισαν από την άλλη, προς το νερό, γιατί μάλλον τούς έκαιγε υπερβολικά στο πρόσωπο. Οι επόμενοι που ήρθαν μετά από ελάχιστες ώρες φαίνονταν βιαστικοί. Δεν ήθελαν να ξαπλώσουν κι αυτοί κάτω απ’ τον Ήλιο και ζητούσαν από τους προηγούμενους να έρθουν μαζί τους. Μα σε μια τόσο ωραία μέρα ποιος θα δεχόταν να φύγει; Ούτε καν έδωσαν σημασία και συνέχισαν να επιπλέουν στο νερό αμέριμνοι και ξέγνοιαστοι…

αντρίκιο πρόσωπο

– Κοίτα ο γιος σου πώς κρέμεται από το δέντρο! Στον πατέρα του έμοιασε – άμυαλος κι αυθόρμητος..
– Αφού με ξέρεις! Τι άλλο περίμενες απ’ το παιδί μου να κάνει;
– Αυτό να μού πεις. Τυχερή η Δέσποινα που σε πέτυχε! Και τυχερή που ακόμα σ’ έχει και δε γκρεμοτσακίστηκες στα βράχια τις προάλλες!
– Χαχα! Ναι ρε Μανώλη.. Τι σκεφτόμουν..; Της είχα τάξει εκείνο το λουλούδι στην άκρη του βράχου..
– Τόσα λουλούδια, ρε φίλε! Εκείνο σού έκατσε να της φέρεις;
– Ήθελα να της δείξω ότι θα τη νοιάζομαι και θα τη φροντίζω, ακόμα και για το παραμικρό, όσο δύσκολο κι αν είναι.
– Καλά, χαλάρωσε μεγάλε! Δε χρειάζεται…
– Δεν είναι ανάγκη ρε συ Μανώλη. Επιθυμία είναι, αγάπη, δε ξερώ κι εγώ τι! Μα δες την! Παίζει με το Νίκο τόση ώρα λες κι είναι αυτοί οι δυο μόνο στο κόσμο. Κι αυτός τη κοιτάζει σαν ο Ήλιος ν’ ανέτειλε μόνο για αυτόν σήμερα.
– Ακόμα τσιμπημένος φίλε. Κάτι τέτοια μού έλεγες κι όταν τη γνώρισες.
– Είναι να μην είμαι;! Άμα γελάει νιώθω το κορμί μου να γεμίζει ενέργεια, να καίγεται σιγά σιγά από μέσα του. Α! Και δε χρειάζεται να είναι σε μεγάλες χαρές, άμα αυτό σκέφτεσαι. Τις προάλλες η Δέσποινα γελούσε μ’ ένα κοράκι στον ουρανό που πάλευε να πάει ενάντια στον άνεμο!
Αλλά ακόμα κι όταν λυπάται έχει μια ζεστασιά το βλέμμα της – έτσι είν’ η ζωή, σαν να σού λέει, με μια σιγουριά ότι όλα είναι στη θέση τους. Κι ας μην είναι.
– Μάλιστα κύριε Μήτσο! Κατάλαβα… Πάμε τώρα μην αργήσουμε. Και σκούπισε το δάκρυ μεγάλε γιατί… αφήνει λεκέ. Ειδικά σε άντρες.

σύννεφο από σκέψεις

Το μυαλό του κενό ανά στιγμές. Τις υπόλοιπες, σκόρπιες σκέψεις μπλέκουν κουβάρι μεταξύ τους. Βλέπουν τα μάτια του αλλά συνάμα δε βλέπουν πραγματικά. Νιώθει ότι κάτι υπάρχει εκεί εξώ, έξω από το κεφάλι του αλλά δεν το βιώνει. Όλα είναι μια μίξη, σαν ένα έργο τέχνης κρεμασμένο στον τοίχο ενός καλά φωταγωγημένου μουσείου σύγχρονης τέχνης που το περιδιαβαίνουν άνθρωποι γεμάτοι ζεστασιά από τα χρώματα, τις μορφές και τα σχήματα αγκαλιασμένα όλα από τις σκιές τους. Έτσι απολαμβάνει την ζωή, σαν αριστουργήματα που κινούνται κι αλλάζουν μπροστά του, μα πάντα παραμένουν απόκομμένα από τον ίδιο.

Καμιά φορά, εκεί που αφηρημένος κοιτάζει τις μορφές να μιλάνε μεταξύ τους, αυτές γυρνάνε και τον κοιτάζουν, σαν να μην είναι πια διάφανος, και προσπαθεί άρον άρον να μαζέψει το σύννεφο από τις σκέψεις και να φανεί συμπαγής μπροστά τους. Ακόμα μια καταστροφή απετράπη – μπορεί να σκορπίσει ξανά και με μια ανάσα ανακούφισης να χαθεί στον αέρα.