αμέριμνοι και ξέγνοιαστοι

Ωωωπ! Και το κύμα πετάει ψηλά το καρυδότσουφλο! Προσθαλασσώνεται ξανά απότομα στο δίπλα κύμα. Και ξανά απ’ την αρχή! Απ’ τις αγαπημένες του στιγμές αυτές, όταν έχει λίγο κύμα και άφθονο ήλιο! Είναι ένα ξένοιαστο και συναρπαστικό παιχνίδι για το καρυδότσουφλο.

Ίσα που είχαν περάσει δυο μέρες από τότε που κατέληξε στη θάλασσα, όταν κάποιος έσπασε το καρύδι στα δύο και πέταξε τα τσόφλια στο νερό. Μήτε τον ξαναείδε από τότε. Έφυγε γρήγορα μέσα σε μια βουή από κόσμο και τις μηχανές του σκάφους. Αλλά είδε άλλους ανθρώπους να περνάνε δίπλα του – πιο ήσυχα αυτοί -σχεδόν σαν να μην ήθελαν ν’ ακουστούν. Τι περίεργοι που είναι οι άνθρωποι, σκέφτηκε.

Την επόμενη μέρα κρύφτηκε ο Ήλιος και η βροχή με τον άνεμο τα έβαλαν με τη θάλασσα. Τρεις πελώριες δυνάμεις μάλωναν κι αυτό στη μέση, μιά να παραδίνετε στη βροχή, δυό στον άνεμο, τρεις να το καταπίνει η θάλασσα και να το φτύνει πάλι έξω. Ζαλίστηκε μ’ αυτή τη κατάσταση! Απελπισία τό ‘πιασε να τελειώσει αυτή η ιστορία! Και σα να μην έφταναν αυτά, να σου πάλι άνθρωποι μεσ’ την αναμπουμπούλα, αλλά αυτή τη φορά να ουρλιάζουν και να κλαίνε. Τι στο καλό θέλουν εδώ μέσα στο χαμό, αναρωτήθηκε.

Πάλι καλά που ο Ήλιος τ’ αγάπησε τόσο πολύ – έτσι τού καρφώθηκε στο μυαλό – που ξαναβγήκε στον ουρανό και το σκέπασε με τη ζέστη του. Και το ‘χε παρατηρήσει μόνο του ότι στον Ήλιο υπακούνε όλοι! Σαν εμφανίζεται εκεί ψηλά, καταμεσής, όλοι ηρεμούν και φιλιώνουν μετά τον προηγούμενο αλληλοσπαραγμό τους. Στο σχεδόν ακούνητο νερό το καρυδότσουφλο με τη σειρά του αφέθηκε.

Η μεσημεριανή θαλπωρή στα ήρεμα νερά το έριξε σε βαθύ ύπνο. Ώρες κοιμόταν σχεδόν ασάλευτο στο νερό, ώσπου ένα απότομο κύμα τού δίνει μια σπρωξιά καλή προς το ξύπνημα. Ένα γκριζωπό μεταλλικό σκάφος πέρασε γρήγορα από δίπλα του, καλύπτοντας την ηρεμία που επικρατούσε με τους βαρείς θορύβους των μηχανών του. Ο πυκνόμαυρος αέρας ενώθηκε με το νερό. Μακάρι αυτοί οι άνθρωποι να ήταν πιο καθαροί, ευχήθηκε.

Ευτυχώς επέστρεψε η αναταραχή της προηγούμενης μέρας κι η βροχή ξέπλυνε το μαύρο αέρα των ανθρώπων. Αυτή τη φορά δεν το ένοιαξε η ζαλάδα που νιώθει από τα κύματα που αλυσομανούν, αρκεί να το καθάριζε η βροχή. Αντιθέτως, οι επόμενοι άνθρωποι που συνάντησε μεσ’ τη καταιγίδα δεν είχαν την ίδια άποψη. Όπως και τις άλλες φορές, ούρλιαζαν κι έκλαιγαν. Γιατί επέμεναν τόσο αυτοί οι άνθρωποι να παλεύουν με τα κύματα κάθε φορά, αφού δεν τους άρεσε καθόλου, όπως φαίνεται. Δεν το καταλάβαινε.

Όταν πια ξαναβγήκε ο Ήλιος ηρέμησαν και οι άνθρωποι. Επιτέλους σώπασαν και ξάπλωσαν πάνω στο νερό να απολαύσουν το φως και τη ζέστη. Άλλοι κοιτούσαν τον Ήλιο κι άλλοι γύρισαν από την άλλη, προς το νερό, γιατί μάλλον τούς έκαιγε υπερβολικά στο πρόσωπο. Οι επόμενοι που ήρθαν μετά από ελάχιστες ώρες φαίνονταν βιαστικοί. Δεν ήθελαν να ξαπλώσουν κι αυτοί κάτω απ’ τον Ήλιο και ζητούσαν από τους προηγούμενους να έρθουν μαζί τους. Μα σε μια τόσο ωραία μέρα ποιος θα δεχόταν να φύγει; Ούτε καν έδωσαν σημασία και συνέχισαν να επιπλέουν στο νερό αμέριμνοι και ξέγνοιαστοι…

Advertisements

αντρίκιο πρόσωπο

– Κοίτα ο γιος σου πώς κρέμεται από το δέντρο! Στον πατέρα του έμοιασε – άμυαλος κι αυθόρμητος..
– Αφού με ξέρεις! Τι άλλο περίμενες απ’ το παιδί μου να κάνει;
– Αυτό να μού πεις. Τυχερή η Δέσποινα που σε πέτυχε! Και τυχερή που ακόμα σ’ έχει και δε γκρεμοτσακίστηκες στα βράχια τις προάλλες!
– Χαχα! Ναι ρε Μανώλη.. Τι σκεφτόμουν..; Της είχα τάξει εκείνο το λουλούδι στην άκρη του βράχου..
– Τόσα λουλούδια, ρε φίλε! Εκείνο σού έκατσε να της φέρεις;
– Ήθελα να της δείξω ότι θα τη νοιάζομαι και θα τη φροντίζω, ακόμα και για το παραμικρό, όσο δύσκολο κι αν είναι.
– Καλά, χαλάρωσε μεγάλε! Δε χρειάζεται…
– Δεν είναι ανάγκη ρε συ Μανώλη. Επιθυμία είναι, αγάπη, δε ξερώ κι εγώ τι! Μα δες την! Παίζει με το Νίκο τόση ώρα λες κι είναι αυτοί οι δυο μόνο στο κόσμο. Κι αυτός τη κοιτάζει σαν ο Ήλιος ν’ ανέτειλε μόνο για αυτόν σήμερα.
– Ακόμα τσιμπημένος φίλε. Κάτι τέτοια μού έλεγες κι όταν τη γνώρισες.
– Είναι να μην είμαι;! Άμα γελάει νιώθω το κορμί μου να γεμίζει ενέργεια, να καίγεται σιγά σιγά από μέσα του. Α! Και δε χρειάζεται να είναι σε μεγάλες χαρές, άμα αυτό σκέφτεσαι. Τις προάλλες η Δέσποινα γελούσε μ’ ένα κοράκι στον ουρανό που πάλευε να πάει ενάντια στον άνεμο!
Αλλά ακόμα κι όταν λυπάται έχει μια ζεστασιά το βλέμμα της – έτσι είν’ η ζωή, σαν να σού λέει, με μια σιγουριά ότι όλα είναι στη θέση τους. Κι ας μην είναι.
– Μάλιστα κύριε Μήτσο! Κατάλαβα… Πάμε τώρα μην αργήσουμε. Και σκούπισε το δάκρυ μεγάλε γιατί… αφήνει λεκέ. Ειδικά σε άντρες.

σύννεφο από σκέψεις

Το μυαλό του κενό ανά στιγμές. Τις υπόλοιπες, σκόρπιες σκέψεις μπλέκουν κουβάρι μεταξύ τους. Βλέπουν τα μάτια του αλλά συνάμα δε βλέπουν πραγματικά. Νιώθει ότι κάτι υπάρχει εκεί εξώ, έξω από το κεφάλι του αλλά δεν το βιώνει. Όλα είναι μια μίξη, σαν ένα έργο τέχνης κρεμασμένο στον τοίχο ενός καλά φωταγωγημένου μουσείου σύγχρονης τέχνης που το περιδιαβαίνουν άνθρωποι γεμάτοι ζεστασιά από τα χρώματα, τις μορφές και τα σχήματα αγκαλιασμένα όλα από τις σκιές τους. Έτσι απολαμβάνει την ζωή, σαν αριστουργήματα που κινούνται κι αλλάζουν μπροστά του, μα πάντα παραμένουν απόκομμένα από τον ίδιο.

Καμιά φορά, εκεί που αφηρημένος κοιτάζει τις μορφές να μιλάνε μεταξύ τους, αυτές γυρνάνε και τον κοιτάζουν, σαν να μην είναι πια διάφανος, και προσπαθεί άρον άρον να μαζέψει το σύννεφο από τις σκέψεις και να φανεί συμπαγής μπροστά τους. Ακόμα μια καταστροφή απετράπη – μπορεί να σκορπίσει ξανά και με μια ανάσα ανακούφισης να χαθεί στον αέρα.

Αφιερωμένο στους Έλληνες: μιαν σύντομη αναφορά στη φιλοσοφία του Πλάτωνα

Ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο «Ο κόσμος της Σοφίας» του Gaarder Jostein, στο σημείο όπου αναφέρεται η φιλοσοφία του Πλάτωνα (το βιβλίο αφορά ένα κοριτσάκι που δέχεται γράμματα με μαθήματα φιλοσοφίας από κάποιον άγνωστο φιλόσοφο):

Όταν βλέπεις έναν ίσκιο, Σοφία, σκέφτεσαι αμέσως ότι κάτι ή κάποιος έχει μπει μπροστά στο φως και δημιουργεί αυτό τον ίσκιο. Βλέπεις τη σκιά ενός ζώου. Μπορεί να είναι άλογο, σκέφτεσαι. Αλλά δεν είσαι σίγουρη. Γυρίζεις, λοιπόν, και βλέπεις το πραγματικό ζώο – που είναι, φυσικά, πολύ ωραιότερο, με γραμμές πολύ πιο ξεκάθαρες από τον σκούρο κι άμορφο ίσκιο του. ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΚΑΙ Ο ΠΛΑΤΩΝΑΣ ΘΕΩΡΟΥΣΕ ΠΩΣ ΟΛΑ ΟΣΑ ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΣΤΗ ΦΥΣΗ ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΩΣ ΟΙ ΣΚΙΕΣ ΤΩΝ ΑΙΩΝΙΩΝ ΙΔΕΩΝ ΚΑΙ ΜΟΡΦΩΝ.

Οι περισσότεροι άνθρωποι, όμως, είναι ικανοποιημένοι ζώντας ανάμεσα στους ίσκιους. Δε διανοούνται καν ότι κάτι θα πρέπει να δημιουργεί αυτούς τους ίσκιους. Νομίζουν ότι οι ίσκιοι είναι το μόνο που υπάρχει – κι έτσι δεν αντιλαμβάνονται καν ότι αυτά που βλέπουν δεν είναι παρά μονάχα ίσκιοι. Δεν είναι ν’ απορείς, λοιπόν, που ξεχνούν την αθάνατη ψυχή τους.

Εξαιρετικά αφιερωμένο το απόσπασμα αυτό στους υπερήφανους συν-έλληνες που δε χάνουν την ευκαιρία να κοκορεύονται ότι από την Ελλάδα ξεκίνησαν όλα και είμαστε ο καταπληκτικότερος λαός στον κόσμο. Σε όλους αυτούς που νιώθουν περήφανοι αλλά δεν έχουν ιδέα από βασική ελληνική σκέψη και παιδεία, και νομίζουν ότι αυτά που βλέπουν με τα μάτια τους και αντιλαμβάνονται με τις αισθήσεις τους είναι ο κόσμος -δίχως να βάζουν τη λογική τους σε κίνηση. Αφιερωμένο στους συν-ανθρώπους μου που τους αγαπάω, αλλά και λυπάμαι γι’ αυτούς γιατί είναι σαν τυφλοί που ψηλαφίζουν τα σχήματα γύρω τους, ενώ μπορούν ν’ ανοίξουν τα μάτια τους και να δουν την αλήθεια.

Η αλήθεια μπορεί να είναι σκληρή, ώρες-ώρες, αλλά είναι συνάμα και όμορφη γιατί όταν την αντικρύσεις, θα ξέρεις ότι θα είναι εκεί μαζί σου, κι ας αλλάζει ο κόσμος γύρω σου. Σε λυτρώνει και σου δίνει τη δύναμη και τη σιγουριά να προχωρήσεις μπροστά και να μη φοβηθείς, ν’ αγωνιστείς και να παλέψεις, για το δίκιο και το φιλότιμο, για την αγάπη και την ελευθερία. Κι αν δε καταφέρεις να σταθείς, θα ξέρεις ότι η αλήθεια θα είναι εκεί να σε στηρίξει, γιατί θα είσαι από τους λίγους που θα έχουν καθαρή την συνείδηση, ανοιχτή τη καρδιά κι ελεύθερο το πνεύμα.

Και να προσθέσω και την κορυφαία ρήση ενός μεγάλου Ανθρώπου:

«Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, είμαι λεύτερος» του Νίκου Καζαντζάκη

Βιβλιοπρόταση: «Αγαπητέ θεέ….» του Eric-Emmanuel Schmitt

Δε θα πω πολλά λόγια. Είναι ένα μικρό βιβλίο, 94 σελίδων, που διαβάζεται πάρα πολύ εύκολα. Μου υπενθύμισε ότι η αξία στη ζωή βρίσκεται στην αγάπη, την ειλικρίνεια, την απλότητα και την αλήθεια.

«Αγαπητέ Θεέ,
Με λένε Όσκαρ, είμαι δέκα χρονών, έχω βάλει φωτιά στη γάτα, στο σκύλο, στο σπίτι (αν δεν κάνω λάθος έχω ψήσει και τα χρυσόψαρα), κι αυτή είναι η πρώτη φορά που σου γράφω, γιατί μέχρι σήμερα, λόγω του σχολείου, δεν είχα χρόνο.
Σου το λέω ευθύς εξαρχής: σιχαίνομαι να γράφω. Για να γράψω, πρέπει πραγματικά να είμαι αναγκασμένος να το κάνω· γιατί το γράψιμο είναι γιρλάντα και στολίδι και μεταξωτή κορδέλα. Τι άλλο είναι το γράψιμο από ένα ωραιοποιημένο ψέμα; Το γράψιμο είναι για τους μεγάλους.»

Συγγραφέας είναι ο Eric-Emmanuel Schmitt:

Πνευματικό τέκνο του George Bernard Shaw και του Sacha Guitry, ο Éric-Emmanuel Schmitt (1960), είναι ο μεγαλύτερος θεατρικός συγγραφέας της τελευταίας δεκαετίας. Έργα του έχουν ανέβει στις σκηνές τριάντα τουλάχιστον χωρών, από την Ιαπωνία και την Ισπανία, μέχρι την Γερμανία και τις ΗΠΑ. Εκτός από θέατρο έχει συγγράψει μυθιστορήματα και δοκίμια. Στα ελληνικά κυκλοφορούν: Ο κύριος Ιμπραήμ και τα άνθη του Κορανίου (opera), και το κατά Πιλάτον Ευαγγέλιο (Περίπλους). Έχει τιμηθεί με το «Μεγάλο Βραβείο Θεάτρου» για το σύνολο του έργου του. Αλσατικής καταγωγής, γιος ενός μποξέρ και μιας πρωταθλήτριας του στίβου, αυτοχαρακτηρίζεται «τεμπέλης», αλλά και «ρέμπελος», «αριστερός», «έτοιμος πάντα να διαφωνήσει», «αρνητής των έτοιμων ιδεών» και, συχνά, «βίαιος».

 

Αγαπητέ θεέ… – Eric-Emmanuel Schmitt