Αναρτήθηκε από: leptitprince | Αύγουστος 17, 2014

Μια σουρεάλ ιστορία από το νοσοκομείο..

Πριν από κάποιο καιρό είχα πει «ποτέ πια!» κι αυτό το είχα πει για την ανοχή στην παιδική κακοποίηση, την αποχή από τον πόνο του άλλου και γενικά την απουσία από την ανθρώπινη κοινωνία. Χαίρομαι που το αποφάσισα. Έχω βαρεθεί να βλέπω τους ανθρώπους γύρω μου να μη νοιάζονται για κανέναν άλλον και μαζί με αυτούς κι εγώ. Αλλά εγώ δε θέλω να είμαι ατομιστής.
Ο λόγος που το γράφω αυτό είναι μια λίγο σουρεάλ ιστορία που έζησα σήμερα το πρωί έξω από το νοσοκομείο. Δε θα επεισέλθω σε λεπτομέρειες απλά θα αναφέρω κάποιες σκέψεις μου πάνω στο ζήτημα.
Βγήκα, λοιπόν, να πάρω το τσάι μου από το περίπτερο και καθώς περπατάω στο πεζοδρόμιο βλέπω μια πόρτα αυτοκινήτου ανοιχτή και έναν παππού να κλαίει μόνος του στο πίσω κάθισμα. Αμέσως μόλις κάνω δυο βήματα πιο πέρα επιστρέφω στο κάθισμά του και τον ρωτάω αν είναι καλά. Μού λέει με λυγμούς ότι πέθανε η γυναίκα του, η κα Φ. Προσπάθησα να τον παρηγορήσω λίγο αλλά αυτό είναι μάταιο ουσιαστικά σε αυτές τις στιγμές. Δεν πρέπει να είχε μια ώρα που έγινε η επιστροφή της 80χρονης γυναίκας του κου Δ. στη Φύση. Το μόνο που ήθελα ήταν να έχει κάποιον εκεί και να μπορεί να μιλήσει, να βγάλει τη θλίψη του προς τα έξω. Ο κ. Δ είναι γύρω στα 85 νομίζω, αλλά φαίνεται πολύ πιο νέος, ενεργητικός άνθρωπος. Μού είπε για την κα Φ. και πόσο πολύ την αγαπάει. Δεν έχει αποδεχτεί ακόμα την απώλεια.
Μια νεαρή συγγενής του, η Σ., στην ηλικία μου περίπου, γύρισε από το νοσοκομείο όπου είχε πάει να μαζέψει τα πράγματα της κας Φ. και με βρήκε στο πλάι του κου Δ. Ανησύχησε μήπως έγινε κάτι αλλά αμέσως και πάλι ησύχασε. Μού είπε και τη δική της ιστορία, τραγική ομολογώ… Τους χαιρέτησα μετά από λίγο και συνέχισα τον δρόμο μου για το περίπτερο.
Στην επιστροφή ήταν ακόμα εκεί. Σταμάτησα ξανά. Μιλήσαμε περισσότερο τώρα με τον κ. Δ. Ήρθαν κι άλλοι δύο συγγενείς τότε. Μια κυρία και μια νεαρή κοπέλα. Ο κ. Δ. εν τω μεταξύ σταματούσε για λίγο και ρωτούσε για μένα. Σε μία από τις σουρεάλ στιγμές με συμβούλευσε να βρω καλή γυναίκα και νοικοκυρά και μού προξένευε την Σ.! Αχ τον κ. Δ., μέσα στον πόνο του…
Στους συγγενείς ο θάνατος της κας Φ. φαινόταν κάτι φυσικό. Ήταν και 80 χρόνων. Στον κ. Δ. πάντως ήταν αλλιώς. Τα χρόνια δεν παίζουν κανένα ρόλο. Τελικά όποτε και να γίνει αυτή η μετάβαση, ο πόνος είναι ο ίδιος, ίσως. Γι’ αυτό και προσπαθώ να βλέπω ανθρώπους κι όχι ηλικίες. Κι οι ηλικιωμένοι είναι άνθρωποι, και τα μικρά παιδιά είναι άνθρωποι. Αυτό σημαίνει, για μένα, ότι κάποιος σ’ αυτή τη θέση χρειάζεται την συμπαράσταση των ανθρώπων γύρω του, άσχετα από το αν αυτοί προσδοκούν να έχει την ίδια στάση με αυτούς ή όχι απέναντι στο γεγονός. Πολλές φορές νομίζω ότι οι νεότεροι αναμένουμε μια πιο συγκρατημένη στάση από τους ηλικιωμένους και ότι αυτοί δε πρόκειται να επηρεαστούν και πολύ από τον θάνατο του συντρόφου τους μιας και υποτίθεται ότι αναμένουν αυτή τη στιγμή και είναι περισσότερο προετοιμασμένοι. Δεν ξέρω τι από αυτά μπορεί να ισχύει, αλλά θεωρώ ότι πρέπει να συμπαραστεκόμαστε στους ανθρώπους όπως και να έχει.
Η άλλη σουρεάλ στιγμή ήταν όταν τους αποχαιρέτησα για δεύτερη φορά κι η Σ. από την αμηχανία της μάλλον μού προσέφερε μια τσίχλα για να με ευχαριστήσει! Ήταν μια ωραία προσθήκη στις διάφορες γεύσεις της ιστορίας.
Αυτό που μού έκανε εντύπωση ήταν όμως η αντίδραση του κ. Δ. σε κάτι που του είπα. Στην επιστροφή μου από το περίπτερο κι αφού τους είδα ακόμα εκεί που τους άφησα, σκεφτόμουν κάτι να πω στον κ. Δ. για να του δώσω κάτι να κρατηθεί στις μέρες του. Οπότε πήγα κοντά και του είπα: «κ. Δ., όταν ξυπνάς το πρωί να λές μια καλημέρα στα δέντρα και στα πουλιά γιατί η κ. Φ. θα είναι εκεί, δεν φεύγει ποτέ.» Αυτός σταμάτησε να κλαίει και με κοιτούσε. Η έκφρασή του έδειχνε να προσπαθεί μάταια μάλλον να το επεξεργαστεί. Οι υπόλοιποι τού λέγανε για θεό και παράδεισο και η αντίδρασή του δεν άλλαζε καθόλου, συνέχισε να κλαίει.
Η αντιμετώπισή μας για το θάνατό στις δυτικές μας κοινωνίες είναι συνάρτηση της θρησκείας μας, θεωρώ. Η θρησκεία στην προκειμένη περίπτωση δεν έρχεται να απαλύνει τον πόνο που συνοδεύει μια φυσική αντίδραση στον θάνατο αλλά αντιθέτως προκαλεί αυτή την αντίδραση και αντίληψη. Τώρα ανακαλύπτω ότι υπάρχουν πάρα πολλές διαφορετικές αντιλήψεις για τον θάνατο σε διάφορες κοινωνίες ανά τον κόσμο. Κάποιοι χαίρονται και γλεντάνε, κάποιοι άλλοι διατηρούν τον νεκρό μέσα στο σπίτι, κάποιοι αντιμετωπίζουν τον θάνατο σαν κάτι κακό. Αλλά αυτό εξαρτάται από το φιλοσοφικό κι δη θρησκευτικό πλαίσιο μέσα από το οποίο επεξεργάζεται και αναλύεται το γεγονός αυτό…
Τέλος, όλοι μού εύχονταν να με έχει καλά ο Θεός και να μού δώσει τα καλύτερα. Δε το θεώρησα κατάλληλη στιγμή να τους πω ότι είμαι άθεος. Αλλά ίσως μπει κι αυτό στην «όχι πια!» φιλοσοφία μου, γιατί όπως όλοι μας χρειάζεται να πεθάνουμε έτσι χρειάζεται και οι θρησκείες να πεθάνουν… ώστε να γεννηθούν νέα φιλοσοφικά ρεύματα και ο άνθρωπος να αποκτήσει μια πιο υγιή σχέση με το Όλο, απ’ το οποίο προέρχεται και στο οποίο πηγαίνει…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Kατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: