πυκνό, μαύρο μελάνι

Νεφελλώδεις σκέψεις πυκνώνουν όλο και πιο πολύ στο μυαλό της, σκοτεινές, οικείες, φορτισμένες. Μαύρο μελάνι γίνονται και στάζουν πάνω στο κιτρινιασμένο χαρτί μπροστά της. Για κάθε σταγόνα που βλέπει να απομακρύνεται αναρωτιέται αν θα καταφέρει ν’ αγγίξει το χαρτί και να γίνει λέξη ή μια αόρατη κλωστή θα την τραβήξει πίσω στο μελανοδοχείο του μυαλού της. Ποτέ δεν της ήταν εύκολο ν’ αλαφρώσει το βάρος μέσα της και οι κλωστές μπερδεύονται μεταξύ τους.

Μ’ αυτή τη φορά σταμάτησε να φοβάται. Πήρε μια αργή ανάσα βαθιά μέσα στα πνευμόνια της, κι όταν πια την άφησε, θάρρεψε ανέλπιδα κι οι κλωστές κόπηκαν. Η σελίδα γέμισε με λέξεις και σημάδια, αλλά από το βάρος τους οι άκρες άρχισαν να συγκλίνουν μέχρι που η πρώτη γραμμή ενώθηκε με την τελευταία κι οι ενδιάμεσες βυθίστηκαν και χάθηκαν.

«Η κατάσταση με πνίγει, χάνω την ελπίδα μου και…
…δεν φοβάμαι πια, δέχομαι τη ζωή όπως είναι, γυμνή…»

     
Advertisements

αμέριμνοι και ξέγνοιαστοι

Ωωωπ! Και το κύμα πετάει ψηλά το καρυδότσουφλο! Προσθαλασσώνεται ξανά απότομα στο δίπλα κύμα. Και ξανά απ’ την αρχή! Απ’ τις αγαπημένες του στιγμές αυτές, όταν έχει λίγο κύμα και άφθονο ήλιο! Είναι ένα ξένοιαστο και συναρπαστικό παιχνίδι για το καρυδότσουφλο.

Ίσα που είχαν περάσει δυο μέρες από τότε που κατέληξε στη θάλασσα, όταν κάποιος έσπασε το καρύδι στα δύο και πέταξε τα τσόφλια στο νερό. Μήτε τον ξαναείδε από τότε. Έφυγε γρήγορα μέσα σε μια βουή από κόσμο και τις μηχανές του σκάφους. Αλλά είδε άλλους ανθρώπους να περνάνε δίπλα του – πιο ήσυχα αυτοί -σχεδόν σαν να μην ήθελαν ν’ ακουστούν. Τι περίεργοι που είναι οι άνθρωποι, σκέφτηκε.

Την επόμενη μέρα κρύφτηκε ο Ήλιος και η βροχή με τον άνεμο τα έβαλαν με τη θάλασσα. Τρεις πελώριες δυνάμεις μάλωναν κι αυτό στη μέση, μιά να παραδίνετε στη βροχή, δυό στον άνεμο, τρεις να το καταπίνει η θάλασσα και να το φτύνει πάλι έξω. Ζαλίστηκε μ’ αυτή τη κατάσταση! Απελπισία τό ‘πιασε να τελειώσει αυτή η ιστορία! Και σα να μην έφταναν αυτά, να σου πάλι άνθρωποι μεσ’ την αναμπουμπούλα, αλλά αυτή τη φορά να ουρλιάζουν και να κλαίνε. Τι στο καλό θέλουν εδώ μέσα στο χαμό, αναρωτήθηκε.

Πάλι καλά που ο Ήλιος τ’ αγάπησε τόσο πολύ – έτσι τού καρφώθηκε στο μυαλό – που ξαναβγήκε στον ουρανό και το σκέπασε με τη ζέστη του. Και το ‘χε παρατηρήσει μόνο του ότι στον Ήλιο υπακούνε όλοι! Σαν εμφανίζεται εκεί ψηλά, καταμεσής, όλοι ηρεμούν και φιλιώνουν μετά τον προηγούμενο αλληλοσπαραγμό τους. Στο σχεδόν ακούνητο νερό το καρυδότσουφλο με τη σειρά του αφέθηκε.

Η μεσημεριανή θαλπωρή στα ήρεμα νερά το έριξε σε βαθύ ύπνο. Ώρες κοιμόταν σχεδόν ασάλευτο στο νερό, ώσπου ένα απότομο κύμα τού δίνει μια σπρωξιά καλή προς το ξύπνημα. Ένα γκριζωπό μεταλλικό σκάφος πέρασε γρήγορα από δίπλα του, καλύπτοντας την ηρεμία που επικρατούσε με τους βαρείς θορύβους των μηχανών του. Ο πυκνόμαυρος αέρας ενώθηκε με το νερό. Μακάρι αυτοί οι άνθρωποι να ήταν πιο καθαροί, ευχήθηκε.

Ευτυχώς επέστρεψε η αναταραχή της προηγούμενης μέρας κι η βροχή ξέπλυνε το μαύρο αέρα των ανθρώπων. Αυτή τη φορά δεν το ένοιαξε η ζαλάδα που νιώθει από τα κύματα που αλυσομανούν, αρκεί να το καθάριζε η βροχή. Αντιθέτως, οι επόμενοι άνθρωποι που συνάντησε μεσ’ τη καταιγίδα δεν είχαν την ίδια άποψη. Όπως και τις άλλες φορές, ούρλιαζαν κι έκλαιγαν. Γιατί επέμεναν τόσο αυτοί οι άνθρωποι να παλεύουν με τα κύματα κάθε φορά, αφού δεν τους άρεσε καθόλου, όπως φαίνεται. Δεν το καταλάβαινε.

Όταν πια ξαναβγήκε ο Ήλιος ηρέμησαν και οι άνθρωποι. Επιτέλους σώπασαν και ξάπλωσαν πάνω στο νερό να απολαύσουν το φως και τη ζέστη. Άλλοι κοιτούσαν τον Ήλιο κι άλλοι γύρισαν από την άλλη, προς το νερό, γιατί μάλλον τούς έκαιγε υπερβολικά στο πρόσωπο. Οι επόμενοι που ήρθαν μετά από ελάχιστες ώρες φαίνονταν βιαστικοί. Δεν ήθελαν να ξαπλώσουν κι αυτοί κάτω απ’ τον Ήλιο και ζητούσαν από τους προηγούμενους να έρθουν μαζί τους. Μα σε μια τόσο ωραία μέρα ποιος θα δεχόταν να φύγει; Ούτε καν έδωσαν σημασία και συνέχισαν να επιπλέουν στο νερό αμέριμνοι και ξέγνοιαστοι…

αντρίκιο πρόσωπο

– Κοίτα ο γιος σου πώς κρέμεται από το δέντρο! Στον πατέρα του έμοιασε – άμυαλος κι αυθόρμητος..
– Αφού με ξέρεις! Τι άλλο περίμενες απ’ το παιδί μου να κάνει;
– Αυτό να μού πεις. Τυχερή η Δέσποινα που σε πέτυχε! Και τυχερή που ακόμα σ’ έχει και δε γκρεμοτσακίστηκες στα βράχια τις προάλλες!
– Χαχα! Ναι ρε Μανώλη.. Τι σκεφτόμουν..; Της είχα τάξει εκείνο το λουλούδι στην άκρη του βράχου..
– Τόσα λουλούδια, ρε φίλε! Εκείνο σού έκατσε να της φέρεις;
– Ήθελα να της δείξω ότι θα τη νοιάζομαι και θα τη φροντίζω, ακόμα και για το παραμικρό, όσο δύσκολο κι αν είναι.
– Καλά, χαλάρωσε μεγάλε! Δε χρειάζεται…
– Δεν είναι ανάγκη ρε συ Μανώλη. Επιθυμία είναι, αγάπη, δε ξερώ κι εγώ τι! Μα δες την! Παίζει με το Νίκο τόση ώρα λες κι είναι αυτοί οι δυο μόνο στο κόσμο. Κι αυτός τη κοιτάζει σαν ο Ήλιος ν’ ανέτειλε μόνο για αυτόν σήμερα.
– Ακόμα τσιμπημένος φίλε. Κάτι τέτοια μού έλεγες κι όταν τη γνώρισες.
– Είναι να μην είμαι;! Άμα γελάει νιώθω το κορμί μου να γεμίζει ενέργεια, να καίγεται σιγά σιγά από μέσα του. Α! Και δε χρειάζεται να είναι σε μεγάλες χαρές, άμα αυτό σκέφτεσαι. Τις προάλλες η Δέσποινα γελούσε μ’ ένα κοράκι στον ουρανό που πάλευε να πάει ενάντια στον άνεμο!
Αλλά ακόμα κι όταν λυπάται έχει μια ζεστασιά το βλέμμα της – έτσι είν’ η ζωή, σαν να σού λέει, με μια σιγουριά ότι όλα είναι στη θέση τους. Κι ας μην είναι.
– Μάλιστα κύριε Μήτσο! Κατάλαβα… Πάμε τώρα μην αργήσουμε. Και σκούπισε το δάκρυ μεγάλε γιατί… αφήνει λεκέ. Ειδικά σε άντρες.

σύννεφο από σκέψεις

Το μυαλό του κενό ανά στιγμές. Τις υπόλοιπες, σκόρπιες σκέψεις μπλέκουν κουβάρι μεταξύ τους. Βλέπουν τα μάτια του αλλά συνάμα δε βλέπουν πραγματικά. Νιώθει ότι κάτι υπάρχει εκεί εξώ, έξω από το κεφάλι του αλλά δεν το βιώνει. Όλα είναι μια μίξη, σαν ένα έργο τέχνης κρεμασμένο στον τοίχο ενός καλά φωταγωγημένου μουσείου σύγχρονης τέχνης που το περιδιαβαίνουν άνθρωποι γεμάτοι ζεστασιά από τα χρώματα, τις μορφές και τα σχήματα αγκαλιασμένα όλα από τις σκιές τους. Έτσι απολαμβάνει την ζωή, σαν αριστουργήματα που κινούνται κι αλλάζουν μπροστά του, μα πάντα παραμένουν απόκομμένα από τον ίδιο.

Καμιά φορά, εκεί που αφηρημένος κοιτάζει τις μορφές να μιλάνε μεταξύ τους, αυτές γυρνάνε και τον κοιτάζουν, σαν να μην είναι πια διάφανος, και προσπαθεί άρον άρον να μαζέψει το σύννεφο από τις σκέψεις και να φανεί συμπαγής μπροστά τους. Ακόμα μια καταστροφή απετράπη – μπορεί να σκορπίσει ξανά και με μια ανάσα ανακούφισης να χαθεί στον αέρα.

collective feeling

Imagine as if our bodies would synchronize and dance to the vibrations of our collective feelings, to the flowing discourse of our souls, the one completing the song of the other, continuing the movement that ignited deep in the body of the other and flowing through yourself as the rushing energy of water…

For the moments when two people move beyond talking to each other but allowing their subconscious and their streams of feelings to directly discuss and form a singularity…

σύνορα μέσα μας

personal_boundariesΗ άνεσή μου στο αμάξι, στη ζέστη μου ενώ άνθρωποι περπατάνε μέσα στη βροχή. Μερικές φορές η στιγμή που διασταυρώνονται τα βλέμματά μας είναι σαν να κοιτιόμαστε από απέναντι κόσμους, σαν να μην είμαστε δίπλα-δίπλα, σαν να μην είμαστε το ίδιο, αλλά η κατάστασή μας χαράζει σύνορα μεταξύ μας, λογιών-λογιών. Και αυτό είναι που πονάει, το να με παίρνουν από δίπλα τους και να με βάζουν απέναντι και μαζί τις ενοχές μου. Ο συνάνθρωπος είναι σάρκα μου και αυτή σκίζεται. Δεν θέλω να τους γνωρίσω, δεν θέλω να με ξέρουν, δεν θέλω να πάρω κάτι από αυτούς, όπως την αναγνώριση ή την ευγνωμοσύνη τους, αλλά θέλω να είναι σαν εμένα, να είναι τουλάχιστον ίσοι με μένα, και τα παιδιά να ψηλώσουν σαν δέντρα και να θεριώσουν με την κραυγή και το γέλιο τους όλο τον ουρανό, να μπορούν να πουν -αυτός είναι ο κόσμος μου και μού ανήκει, είμαι λεύτερος, θα είμαι ό,τι θέλω να είμαι.

Απ’ το Ημερολόγιο ενός περαστικού, γι’ αυτές τις στιγμιαίες, αλλά δυστυχώς επαναλαμβανόμενες συναντήσεις με τους πρόσφυγες στο δρόμο. Ο ένας στην άνεση κι ο άλλος στον διαρκή αγώνα. Ελπίζω πολύ σύντομα να βρεθεί λίγη συμπόνοια και να αφήσουμε την αξιοπρέπεια των ανθρώπων να ανθίσει ξανά… για να μην πεθάνουμε όλοι μας μέσα στο σκοτάδι και πάλι…

D’amore e d’anarchia – Nino Rota

Εξαιρετική ταινία, έργο τέχνης, σπαρακτική ωδή στην αγάπη…

Ώρα Κοινής Ανησυχίας

D’amore e d’anarchia – Nino Rota

By orfeas1973

Δείτε την αρχική δημοσίευση